Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.


ΠΟΛ.1108/14.4.2014
Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.
Κατηγορία: Φ.Π.Α.
Αριθμ. ΠΟΛ 1108/2014

(ΦΕΚ Β' 937/15-04-2014)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με το Ν. 2859/2000 − ΦΕΚ 248/Α΄/7.11.2000), όπως ισχύουν:

α) των παραγράφων, 1 περίπτωση α΄, 2 και 11 του άρθρου 38,

β) του άρθρου 54,

γ) της παραγράφου 3 του άρθρου 64.

2. Τις διατάξεις του άρθρου 3, κεφάλαιο Β΄, υποπαράγραφος Β.3, «τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ σχετικά με την καταβολή του φόρου και τα αποδεικτικά καταβολής», του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α΄/85/7.4.2014).

3. Τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης με αριθ. ΠΟΛ.1267/30.12.2011 (ΦΕΚ Β΄ 44/23.1.2012) «Χρόνος και τρόπος υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ».

4. Τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης με αριθ. ΠΟΛ.1129/3.6.2013 (ΦΕΚ Β΄1365/4.6.2013) «Τροποποίηση του χρόνου υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ και του περιεχομένου του εντύπου 050 − ΦΠΑ ΕΚΔΟΣΗ 2η 2011, Φ2 TAXIS».

5. Τις διατάξεις της παρ. 27 του άρθρου 50 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α΄/287/31.12.2013).

6. Την υπ’ αριθμ. ΥΠΟΙΚ 07927 ΕΞ (ΦΕΚ 2574/Β΄/24.9.2012) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη».

7. Την ανάγκη εξυπηρέτησης και διευκόλυνσης των υποκειμένων στην υποβολή των περιοδικών δηλώσεων δεδομένου ότι η υποβολή της δήλωσης δεν προϋποθέτει την καταβολή του οφειλόμενου φόρου και η καταβολή έχει οριστεί τουλάχιστον μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης.

8. To γεγονός, ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ.

1. Η περιοδική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τη λήξη της φορολογικής περιόδου στην οποία αφορά η δήλωση.

2. Ως φορολογική περίοδος ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας για τους υποκείμενους στο φόρο που τηρούν διπλογραφικά βιβλία και το ελληνικό δημόσιο και το ημερολογιακό τρίμηνο για του υποκείμενους που τηρούν απλογραφικά βιβλία ή δεν είναι υπόχρεοι σε τήρηση βιβλίων.

3. Οι ανωτέρω προθεσμίες ισχύουν και για τις υπό ίδρυση επιχειρήσεις, για κάθε φορολογική περίοδο κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού τους σταδίου.

4. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση που η δήλωση έναρξης, η δήλωση μεταβολής για διακοπή των υπαγομένων σε ΦΠΑ δραστηριοτήτων, η δήλωση οριστικής παύσης εργασιών, ή η δήλωση μεταβολών λόγω λύσης και θέσης σε εκκαθάριση, υποβάλλονται εμπρόθεσμα, μετά την καταληκτική προθεσμία υποβολής της περιοδικής δήλωσης, η περιοδική δήλωση υποβάλλεται εμπρόθεσμα μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων.

5. Σε περίπτωση θανάτου του λογιστή του υποκειμένου στο φόρο οι ανωτέρω καταληκτικές ημερομηνίες υποβολής, για τη φορολογική περίοδο εντός της οποίας επήλθε το γεγονός αυτό, μεταφέρονται για 10 ημερολογιακές ημέρες. Οι περιοδικές δηλώσεις στην περίπτωση αυτή θα υποβάλλονται αποκλειστικά στην αρμόδια ΔΟΥ σε έντυπη μορφή. Ο υποκείμενος στο φόρο υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του N. 1599/1986 με την οποία δηλώνει ότι είχε αναθέσει την παρακολούθηση και διαχείριση των φορολογικών του υποχρεώσεων στο θανόντα καθώς και την ημερομηνία του θανάτου αυτού.

6. Στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται και οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές και οι εγγεγραμμένοι παραλήπτες αγαθών που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ).

Άρθρο 2
Χρόνος καταβολής του φόρου

Η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου φόρου λήγει την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης. Στην περίπτωση εμπρόθεσμης περιοδικής δήλωσης που επιλέγεται η καταβολή του φόρου σε δόσεις, το ποσό της πρώτης δόσης καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υποβολής της δήλωσης και το ποσό της δεύτερης δόσης μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα.

Η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου φόρου των έκτακτων περιοδικών δηλώσεων λήγει την καταληκτική προθεσμία υποβολής των δηλώσεων αυτών.

Άρθρο 3
Αφετηρία για την επιβολή του προστίμου και τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου.

1. Ως αφετηρία για το χρόνο επιβολής του προστίμου στην περίπτωση της εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής περιοδικής δήλωσης, πιστωτικής ή μηδενικής βάσει των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179/Α΄/11.9.1997) για φορολογικές περιόδους που λήγουν έως και 31.12.2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ. 19 του Ν. 4174/2013, καθώς και χρεωστικής, πιστωτικής ή μηδενικής για φορολογικές περιόδους από 1.1.2014 σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), όπως ισχύουν, λαμβάνεται η επόμενη ημέρα της καταληκτικής προθεσμίας για την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης.

2. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση εκπρόθεσμης, ανακριβούς ή μη υποβολής χρεωστικής περιοδικής δήλωσης, για τις οποίες προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 2523/1997 για φορολογικές περιόδους που λήγουν έως και 31.12.2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ. 18 του Ν. 4174/2013, λαμβάνεται η επόμενη ημέρα της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής της δήλωσης.

Άρθρο 4
Έναρξης ισχύος

Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 14 Απριλίου 2014

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Φορολογική αντιμετώπιση του εισοδήματος που αποκτά ο εκμισθωτής ακινήτου, στο οποίο έχουν γίνει βελτιώσεις και προσθήκες από τον μισθωτή, κατά την πρόωρη λύση της μίσθωσης






1.              Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2238/1994, ως εισόδημα από οικοδομές λογίζεται η αξία που έχει κατά το χρόνο της ανέγερσής της η οικοδομή που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή σε έδαφος του οποίου την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης του εδάφους η οικοδομή παραμένει στην κυριότητα του εκμισθωτή. Το ετήσιο εισόδημα εξευρίσκεται με διαίρεση του υπολοίπου, που προκύπτει μετά την αφαίρεση του τυχόν ανταλλάγματος, που έχει ορισθεί στη σύμβαση για τη μεταβίβαση της κυριότητας της οικοδομής, από την αξία αυτής, κατά το χρόνο της ανέγερσης της, σε μέρη ίσα με τον αριθμό των ετών κατά τα οποία διαρκεί η μίσθωση του εδάφους. Ως αξία της οικοδομής που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου λαμβάνεται η πραγματική αξία της οικοδομής, η οποία εξευρίσκεται από τα επίσημα βιβλία και λοιπά στοιχεία εκείνου που ανήγειρε την οικοδομή. Σε περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία ή αυτά που τηρούνται κρίνονται ανεπαρκή ή ανακριβή, καθώς και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον ενδιαφερόμενο της αξίας που υπολογίστηκε με αυτόν τον τρόπο, αυτή καθορίζεται ύστερα από εκτίμηση που ενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και σε συνέχεια από τα διοικητικά δικαστήρια. Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται ανάλογα και για βελτιώσεις ή επεκτάσεις που γίνονται με δαπάνες του μισθωτή σε οικοδομή της οποίας την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης της οικοδομής οι βελτιώσεις ή επεκτάσεις παραμένουν στην κυριότητα του εκμισθωτή.
2.              Επίσης, με τις διατάξεις της περ. α’ της παρ.1 του άρθρου 102 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι για τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 101 (ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμοί, κλπ.), ο φόρος επιβάλλεται κάθε οικονομικό έτος στο συνολικό καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή που αποκτάται κατά τη διαχειριστική περίοδο η οποία λήγει μέσα στο χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους μέχρι την 31η Ιουλίου του οικείου οικονομικού έτους.
Οι πιο πάνω διατάξεις καθιερώνουν την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε χρήση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις άλλες χρήσεις και δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός των αποτελεσμάτων αυτής με τα αποτελέσματα των προηγούμενων ή των επόμενων χρήσεων.
Κατά συνέπεια, τα μεν ακαθάριστα έσοδα και κέρδη κατατάσσονται και φορολογούνται στη χρήση κατά την οποία προέκυψαν και αποκτήθηκαν, οι δε δαπάνες κατατάσσονται στην χρήση την οποία βαρύνουν (σχετ. το 1056008/10827/Β0012/3.8.2004 έγγραφό μας).
3.              Περαιτέρω, από τη Διοίκηση έχει γίνει δεκτό, ότι το αναπόσβεστο υπόλοιπο των δαπανών βελτιώσεων και προσθηκών σε μισθωμένο ακίνητο, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης μέσα στην οποία λύνεται η μίσθωση (σχετ. τα 1015038/10108/Β0012/25.06.1997, 1031863/10408/Β0012/28.03.2000 και 1015586/10239/Β0012/13.03.2007 έγγραφά μας).
4.              Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι σε περίπτωση εκμίσθωσης ακινήτου για το οποίο έχουν πραγματοποιηθεί από τον μισθωτή δαπάνες βελτιώσεων και προσθηκών και η μίσθωση αυτού λύεται πρόωρα, ο εκμισθωτής, στη χρήση εντός της οποίας λύεται πρόωρα η σύμβαση μίσθωσης του εν λόγω ακινήτου, θα υπολογίσει εφ’ άπαξ ως εισόδημα από οικοδομές της περ. β’ της παρ.1 του άρθρου 21 του ν.2238/1994, το σύνολο του ποσού των δαπανών και βελτιώσεων στο μίσθιο που απομένει προς κατανομή στα επόμενα έτη, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 της παρούσας.
5.              Από το χρόνο έκδοσης της παρούσας, κάθε άλλη διαταγή με αντίθετο περιεχόμενο παύει να ισχύει.




Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ενδικοφανής προσφυγή.

Το  Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε την παρακάτω οδηγία σχετικά με την νέα διαδικασία προσφυγής κατά πράξεων της φορολογικής διοίκησης.

. Τι είναι η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών είναι ειδική αποκεντρωμένη υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και ασκεί, μεταξύ άλλων, τις κατωτέρω αρμοδιότητες: 

α) Την επανεξέταση των πράξεων της φορολογικής διοίκησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, κατόπιν υποβολής ενδικοφανούς προσφυγής. 

β) Την εξέταση αιτημάτων αναστολής της καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης.

2. Σε ποιες περιπτώσεις μπορώ να υποβάλω ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί ρητές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος του από τη φορολογική αρχή από 1/8/2013 και εφεξής, πριν από την προσφυγή του στη Διοικητική Δικαιοσύνη, οφείλει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με αίτημα επανεξέτασης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας. 

Από 1η Ιανουαρίου 2014 η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης θα λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), οπότε θα κρίνει και τις σιωπηρές αρνήσεις των οργάνων της φορολογικής αρχής. Σημειώνεται ότι για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης δεν απαιτείται παράβολο. 

3. Μπορώ να υποβάλω άλλου είδους διοικητική προσφυγή κατά των πράξεων που προσβάλλονται με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Όχι. Η άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών είναι απαράδεκτη.  

4. Μπορώ να ασκήσω προσφυγή απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά των πράξεων που υπόκεινται σε ενδικοφανή προσφυγή;

Όχι. Η άσκηση προσφυγής απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών είναι απαράδεκτη. 

5. Μέσα σε ποια προθεσμία μπορώ να ασκήσω ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την κοινοποίηση της πράξεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 

6. Σε ποια υπηρεσία θα καταθέσω την ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Σε περιπτώσεις κατάργησης ή αναστολής λειτουργίας, κατά περίπτωση, της φορολογικής αρχής ή τμήματος ή γραφείου αυτής, που εξέδωσε την πράξη, η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. υποδοχής. 

7. Ποιος μπορεί να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται από τον υπόχρεο και εν γένει από κάθε πρόσωπο του άρθρου 64 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 

Ειδικότερα, η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται: 

-για σχολάζουσα κληρονομιά από τον κηδεμόνα,

-για επιδικία από τον προσωρινό διαχειριστή,

-για μεσεγγύηση από το μεσεγγυούχο,

-για πτωχεύσαντα από το σύνδικο,

-για ανήλικο από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα ή τον επίτροπο και επί πλειόνων από τον έναν από αυτούς,

-για πρόσωπο που τελεί σε δικαστική συμπαράσταση από το δικαστικό συμπαραστάτη

-για θανόντα φορολογούμενο από τους κληρονόμους του. 

Για τις όλες τις ως άνω περιπτώσεις, υποχρεωτικώς με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής συνυποβάλλονται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι παραπάνω ιδιότητες.

8. Με ποιο τρόπο μπορώ να υποβάλω αίτημα αναστολής καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης; 

Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής του πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης.

Το αίτημα αναστολής είτε συμπεριλαμβάνεται στο έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής είτε υποβάλλεται αυτοτελώς με ιδιαίτερο έγγραφο που κατατίθεται την ίδια ημέρα με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής. 

9. Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα αναστολής; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την πληρωμή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. 

10. Ποια στοιχεία πρέπει να συνυποβάλλω με την αίτηση αναστολής; 

Με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος και απαραιτήτως υπεύθυνη δήλωση στην οποία ο αιτών δηλώνει : 

α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής. 

-Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνονται και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής. 

-Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, δηλώνονται και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής, των συνδεδεμένων νομικών προσώπων με τον αιτούντα καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές υποχρεώσεις του αιτούντος. Ως συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοείται η σύνδεση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής του αιτούντος στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση του άλλου νομικού προσώπου ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο νομικών προσώπων. 

Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα (πρέπει να δηλώνονται έστω και αρνητικά, δηλαδή ότι δεν υπάρχουν), τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 51Α του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/94) και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των 10.000 ευρώ. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών. Αν ο αιτών τηρεί λογιστικά βιβλία του Κ.Φ.Α.Σ. κατά τη διπλογραφική μέθοδο, με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται ο τελευταίος ισολογισμός και το τελευταίο αναλυτικό ισοζύγιο γενικής λογιστικής του τρέχοντος οικονομικού έτους. 

Αίτηση αναστολής που δεν συνοδεύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία απορρίπτεται. 

11. Σε πόσες ημέρες εκδίδεται απόφαση επί του αιτήματος αναστολής; 

Η απόφαση επί του αιτήματος αναστολής εκδίδεται εντός 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. 

12. Μέχρι πότε ισχύει η αναστολή της πληρωμής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης που χορηγείται από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Η αναστολή ισχύει μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής επί της ενδικοφανούς προσφυγής στον υπόχρεο, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της. 

13. Η αναστολή της πληρωμής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεων (ή προστίμου από 1-1-2014); 

Η αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεων (ή προστίμου από 1-1-2014) λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου. 

14. Ποιο είναι το περιεχόμενο της ενδικοφανούς προσφυγής;

Η ενδικοφανής πρέπει να αναφέρει τα ακριβή στοιχεία του υπόχρεου, την προσβαλλόμενη πράξη, τους λόγους, τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του, τη διεύθυνση στην οποία θα συντελούνται οι κοινοποιήσεις των αποφάσεων, των πράξεων και των λοιπών εγγράφων της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα εν γένει στοιχεία επικοινωνίας με τον υπόχρεο, τον ορισμό αντικλήτου και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με αυτόν (όνομα,επώνυμο, πατρώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση επικοινωνίας, τηλέφωνο,τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Σε κάθε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων επικοινωνίας που επήλθε μετά την υποβολή του αιτήματος της ενδικοφανούς προσφυγής, ο υπόχρεος οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως αυτά στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, διαφορετικά οι κοινοποιήσεις γίνονται νομίμως βάσει των αρχικά δηλωθέντων στοιχείων. 

15. Ποια στοιχεία πρέπει να συνυποβάλω με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Ο υπόχρεος ταυτόχρονα με την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, συνυποβάλλει: 

α. Τα έγγραφα στα οποία βασίζει το αίτημά του. 

β. Ηλεκτρονικό φάκελο (σε οπτικό δίσκο - CD ή USB κλπ.), στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή και σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή αρχείου: 

αα) η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή, 

ββ) η αίτηση αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής, 

γγ) τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται (σε ηλεκτρονικά αρχεία), 

γ. Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου. 

16. Σε ποιες περιπτώσεις θα κληθώ να εκφράσω τις απόψεις μου εγγράφως ή προφορικώς ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης για τους λόγους που προβάλλονται με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, εάν το κρίνει απαραίτητο, δύναται εντός της οριζόμενης προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, να καλεί τον υπόχρεο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών, προκειμένου αυτός να εκφράσει τις απόψεις του εγγράφως ως προς τα σχετικά ζητήματα και τους προβαλλόμενους με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής λόγους και ισχυρισμούς. 

Στις περιπτώσεις που με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής προσκομισθούν στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης νέα στοιχεία ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος καλείται σε ακρόαση, προκειμένου να εκφράσει εγγράφως τις απόψεις του, αναπτύσσοντας τους προβαλλόμενους με την ενδικοφανή προσφυγή λόγους και τα τυχόν συνυποβαλλόμενα σε αυτήν νέα στοιχεία ή τα επικαλούμενα με το αίτημά του νέα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα. Ως νέα στοιχεία ορίζονται αυτά τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της η φορολογική αρχή και δεν ήταν δυνατόν να τα λάβει υπ' όψιν της κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. 

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον κατά την κρίση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης συντρέχει λόγος, η διενεργούμενη ακρόαση διεξάγεται και προφορικώς σε καθορισμένη ώρα και ημερομηνία εντός της Υπηρεσίας, ώστε ο υπόχρεος να αναπτύξει λεπτομερέστερα τους διαλαμβανόμενους στο έγγραφο της ακρόασής του ισχυρισμούς και τα τυχόν συνυποβαλλόμενα με την ενδικοφανή προσφυγή νέα στοιχεία ή τα επικαλούμενα με το αίτημά του νέα πραγματικά περιστατικά. Ο υπόχρεος παρίσταται αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο με βάση ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής από την κατά νόμο αρμόδια αρχή. 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο αιτών αναμένει την κοινοποίηση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την πάροδο της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης και δεν είναι αναγκαίο να επικοινωνεί με την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης για παροχή πληροφοριών ή συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. 

17. Σε ποια προθεσμία εκδίδεται απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, η οποία κοινοποιείται στον υπόχρεο, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδια φορολογική αρχή. 

Ειδικά για τις περιπτώσεις ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014, η προθεσμία έκδοσης και κοινοποίησης στον υπόχρεο της απόφασης, επεκτείνεται σε 120 ημέρες. Εάν εντός της κατά τα ανωτέρω προθεσμίας δεν εκδοθεί ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. 

18. Μπορώ να προσφύγω στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η φορολογική αρχή είναι απαράδεκτη. 

19. Ποια είναι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; Έχω υποχρέωση να ενημερώσω την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης για την άσκηση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια; 

Η προσφυγή κατατίθεται από τον υπόχρεο στη γραμματεία της έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση ή κοινοποίηση της απόφασης στον υπόχρεο. 

Με επιμέλεια του υπόχρεου και επί ποινή απαραδέκτου άσκησης της προσφυγής, απαιτείται η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, μέσα σε 20 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής. 

20. Πώς υπολογίζεται το ποσό του παραβόλου για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου; 

Προκειμένου να υπολογισθεί και να καταβληθεί το προβλεπόμενο κατά περίπτωση ποσό παραβόλου με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που προσδιορίσθηκε με την απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, ο υπόχρεος, κατά την κατάθεση της προσφυγής, απευθύνεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη, η οποία συντάσσει και χορηγεί σε αυτόν ειδικό σημείωμα, σύμφωνα και με την παράγραφο 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

υργείο Οικονομικών


Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.


üΑγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, σκαφών κ.λ.π.
üΑγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση. οικοδομών ή κατασκευή δεξαμενής κολύμβησης.
üΧορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε.
üΗ ετήσια δαπάνη για δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες (>300 €).
üΑπόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής.

Δικαιολόγηση πώλησης ακινήτου αλλοδαπής


Έλληνας με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, πρόκειται να έλθει σε συμφωνία σε  χώρα με την
οποία η Ελλάδα δεν έχει διμερή σύμβαση αποφυγής της φορολογίας. Συγκεκριμένα θα παραχωρήσει ακίνητο
που κατείχε στην ξένη χώρα σε ντόπιο και θα λάβει το τίμημα σε ξένη τράπεζα. Πως θα δικαιολογήσει το
χρηματικό ποσό τι παραστατικό απαιτείται, βάσει ποιας εγκυκλίου, σε ποιο κωδικό του Ε1 θα καταχωρηθεί.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Γενικά, οι διατάξεις του άρθρου 17 του ΚΦΕ που αναφέρονται στον προσδιορισμό της ετήσιας αντικειμενικής
δαπάνης απόκτησης (τεκμήριο απόκτησης) δεν αφορούν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, ΕΙΧ κ.λπ.)
που ο φορολογούμενος αποκτά στην Ελλάδα, αλλά και τυχόν αγορές που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό.
Συνεπώς, οι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας οφείλουν να εμφανίζουν στην ετήσια δήλωση φορολογίας
εισοδήματος (έντυπο Ε1) και τα ποσά που καταβάλλουν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων στο
εξωτερικό (σχετ. Πολ. 1207/1991). Με τον τρόπο αυτό θα προσδιορισθεί το συνολικό (παγκόσμιο) τεκμαρτό
εισόδημα το οποίο εν συνεχεία θα συγκριθεί με το παγκόσμιο πραγματικό εισόδημα, (που, επίσης, θα πρέπει
να εμφανίζεται στο εν λόγω έντυπο) κατά την εκκαθάρισης της δήλωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, ο φορολογούμενος που λαμβάνει εντός του 2013 το τίμημα από την
πώληση κατοικίας στο εξωτερικό, θα πρέπει να δηλώσει το ποσό αυτό στους κωδ. 781 – 782 του πίνακα 6. Το
ποσό αυτό θα ληφθεί υπόψη στην εκκαθάρισης της φορολογικής δήλωσης, ως μειωτικό στοιχείο της
αντικειμενικής δαπάνης. Ως δικαιολογητικό της πώλησης αυτής, θα χρησιμοποιηθεί το επίσημο έγγραφο της
πώλησης της συγκεκριμένης οικίας (συμβόλαιο), νομίμως μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα στο οποίο θα
πρέπει αναφέρεται και το τίμημα της πώλησης, καθώς και ο χρόνος της είσπραξής του.
Αντιθέτως, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν έχει στο παρελθόν προβεί σε δήλωση του εισοδήματος
που αποκτούσε από πηγές εξωτερικού στην Ελλάδα, διότι θεωρούνταν κάτοικος εξωτερικού, μπορεί να προβεί
σε εισαγωγή συναλλάγματος και να μεταφέρει το ποσό που θα εισπράξει από την πώληση του ακινήτου από
την ξένη χώρα στην Ελλάδα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η εισαγωγή συναλλάγματος από
φορολογούμενους κάτοικους Ελλάδας μπορεί να πραγματοποιηθεί και να δηλωθεί στους ανωτέρω κωδικούς
του Ε1 (781-782), δίχως να απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος, εφόσον ο
φορολογούμενος (παρ. 2, του άρθρου 19, του ΚΦΕ):
α) είχε διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα
σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία του και
β) είχε διαμείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό
συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομά του ή στο όνομα του άλλου συζύγου σε τράπεζα της
Ελλάδας ή σε υποκατάστημα Ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέμεναν στην αλλοδαπή ή
από καταθέσεις τους μέσα σε ένα (1) χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να
έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για
το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού
στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 17 εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου
έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των άρθρων 17 ή 19.
Ως δικαιολογητικό για την αιτιολόγηση της εισαγωγής του συναλλάγματος απαιτείται το πρωτότυπο του, κατά
περίπτωση, εκδιδόμενου από κάθε Τράπεζα παραστατικού, με την προϋπόθεση ότι περιέχει το ονοματεπώνυμο
του δικαιούχου του εισαγόμενου χρηματικού ποσού, το ύψος του ποσού, το νόμισμα και τη χώρα προέλευσης
(Πολ. 1130/2002).
Αν όμως ο φορολογούμενος της προκειμένης περίπτωσης δεν εμπίπτει στις παραπάνω προϋποθέσεις θα πρέπει
πέρα από την δικαιολόγηση της εισαγωγής του συναλλάγματος να προσκομίσει και δικαιολογητικά που
αιτιολογούν την απόκτηση αυτού στην αλλοδαπή. Τέτοια δικαιολογητικά μπορεί να είναι όπως προαναφέραμε
το επίσημο έγγραφο της πώλησης της συγκεκριμένης οικίας (συμβόλαιο), νομίμως μεταφρασμένο στην
ελληνική γλώσσα.

Έκπτωση των ασφαλιστικών εισφορών από τα ακαθάριστα έσοδα.



Επιτηδευματίας, που διατηρεί ατομική επιχείρηση με απλογραφικά βιβλία δεν καταχώρισε τις ασφαλιστικές
εισφορές που κατέβαλε στον ΟΑΕΕ στο βιβλίο του. Η καταχώριση του συνολικού ποσού στο τέλος του έτους,
όπως συμβαίνει και με τα ενοίκια, ώστε αυτές να αναγνωριστούν προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα
επιτρέπεται ή όχι σύμφωνα με τον ΚΦΑΣ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Σύμφωνα με την νέα υποπερ. (εε), της περ. α, της παρ. 1, του άρθρου 31 του ΚΦΕ, όπως αυτή προστέθηκε με
το άρθρο 3 της παρ. 45 του Ν. 4110/2013, (ισχύς για τα εισοδήματα και τις δαπάνες που αποκτώνται ή
πραγματοποιούνται κατά περίπτωση, από το οικονομικό έτος 2014, ήτοι από την χρήση 2013 και μετά),
εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, προκειμένου να εξευρεθεί το καθαρό εισόδημα (σε
απλογραφικά, ή διπλογραφικά βιβλία), το ποσό της δαπάνης των εισφορών που καταβάλλονται σε ταμεία
ασφάλισης, εφόσον η καταβολή τους είναι υποχρεωτική από το νόμο, καθώς και το ποσό των
καταβαλλόμενων εισφορών στις περιπτώσεις προαιρετικής ασφάλισης σε ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο.

Ατομική επιχείρηση απασχολεί τη σύζυγο.Χρειάζεται ασφάλιση;


 Η σύζυγος έχει όμως κατά περιόδους ευκαιριακή απασχόληση ως
μισθωτή σε άλλες επιχειρήσεις και από τις οποίες λαμβάνει κάποια ελάχιστα ένσημα μέσα στο έτος. 1) Σε
έλεγχο από το ΙΚΑ ή ΣΕΠΕ κινδυνεύει ο επαγγελματίας (ο σύζυγος) με πρόστιμο για ανασφάλιστη εργασία
10.500,00 ευρώ; 2) Τι εννοεί η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του νόμου 1759/1988;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Σύμφωνα με το άρθρο 1, της παραγράφου 1, του νόμου 1759/1988, υπάγονται σε ασφάλιση του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, τα
πρόσωπα που παρέχουν εργασία εντός των ορίων της χώρας, κατά κύριο επάγγελμα, σε εργοδότες με τους
οποίους είναι σύζυγοι, ή συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγένειας, εφόσον για την εργασία τους
αυτή δεν υπάγονται υποχρεωτικά ή προαιρετικά στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία (ΣτΕ 749/1966, αλλά και Εφετείο Αθηνών, Απόφαση:
3435/1975), η εργασία που παρέχεται σε συγγενικά πρόσωπα, κυρίως από ηθική υποχρέωση και χωρίς
αμοιβή, δεν θεωρείται εξαρτημένη εργασία και συνεπώς δεν είναι ασφαλιστέα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σημειώνεται ότι
με βάση τα ισχύοντα, ως εξαρτημένη εργασία, χαρακτηρίζεται αυτή κατά την οποία, ο εργαζόμενος ευρίσκεται
υπό τις εντολές και την καθοδήγηση του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τόπο εκτέλεσης της εργασίας,
καθώς και τον χρόνο απασχόλησής του, στο πλαίσιο των προβλεπομένων, στον τομέα αυτόν, από την
Εργατική Νομοθεσία. Υπογραμμίζεται ότι κατά την ίδια έννοια, δεν θεωρείται ασφαλιστέα εργασία στο ΙΚΑ-
ΕΤΑΜ, η προσφορά υπηρεσιών για φιλανθρωπικούς ή επιστημονικούς- ερευνητικούς σκοπούς.
Με βάση τα ανωτέρω, λοιπόν, θα πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να εξεταστεί αν:
α) η εργασία της συζύγου στην επιχείρηση αποτελεί την κύρια δραστηριότητά της και
β) για την εργασία αυτή που προσφέρει είναι ασφαλισμένη σε κάποιο άλλο φορέα κυρίας ασφάλισης (πλην
του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ).
Αν ισχύει η περ. α και δεν ισχύει η περ. β, τότε η σύζυγος θα πρέπει να ασφαλιστεί κανονικά στον
ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, ακολουθώντας τις διαδικασίες που απαιτούνται για την πρόσληψη (απογραφή
σε ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του εργοδότη, αν απασχολείται για πρώτη φορά εργαζόμενος στην επιχείρησή του, δήλωση
αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, υποβολή αρχικού ή συμπληρωματικού πίνακα στο ΣΕΠΕ, κατά περίπτωση,
κ.λπ.).
Στην περίπτωση που η εργασία της συζύγου αποτελεί δευτερεύουσα δραστηριότητα χωρίς αμοιβή, τότε δεν
υφίσταται η υποχρέωση για ασφάλιση στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Ωστόσο, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο
θέμα, δεδομένου ότι σε περίπτωση επιτόπιου ελέγχου, τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα
εξετάσουν τα πραγματικά περιστατικά για το αν υπάρχει πράγματι υποχρέωση ασφάλισης, αναζητώντας όλα
εκείνα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τον προσωρινό και ευκαιριακό χαρακτήρα της απασχόλησης της
συζύγου. H προσωρινή εργασία της συζύγου σε άλλους εργοδότες δεν προσδίδει το
χαρακτήρα της κύριας απασχόλησης και συνεπώς είναι αμφίβολο κατά πόσο η εργασία που παρέχεται στην
επιχείρηση του συζύγου μπορεί να θεωρηθεί προσωρινή ή ευκαιριακή ή ότι ασκείται χωρίς αμοιβής από ηθική
υποχρέωση