Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Ειδικό καθεστώς καταβολής ΦΠΑ κατά τον χρόνο της είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ


ΠΟΛ.1214/30.9.2014
Ειδικό καθεστώς καταβολής ΦΠΑ κατά τον χρόνο της είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ
Κατηγορία: Φ.Π.Α.
Αθήνα, 30.9.2014
(ΦΕΚ Β' 2601/30-09-2014)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Ι. ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
1. 14η Δ/ΝΣΗ ΦΠΑ
ΤΜΗΜΑ Α΄
2. 15η Δ/ΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄, Β΄
ΙΙ. Δ/ΝΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
(e-εφαρμογές)
ΤΜΗΜΑ Β΄
Ταχ. Δ/νση : Σίνα 2-4
Ταχ. Κωδ. : 106 72 Αθήνα
Πληροφορίες: Σ. Καραχάλιου, Ε. Ορφανάκη
Τηλέφωνο : 210-3645615
Fax : 210-3645413
ΠΟΛ 1214/2014
ΘΕΜΑ: «Ειδικό καθεστώς καταβολής ΦΠΑ κατά τον χρόνο της είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ»
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 39.β του Κώδικα ΦΠΑ (Ν. 2859/2000 ΦΕΚ 248 Α΄), όπως προστέθηκε με το άρθρο 185 του Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ 107 Α΄).

2. Τις διατάξεις της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014 (ΦΕΚ 179 Β΄), όπως ισχύει.

3. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 της παρ. Ε του πρώτου άρθρου του Ν. 4093/2012 περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΦΕΚ Α΄ 222) όπως ισχύει.

4. Την υπ’ αριθμ. 20/25.6.2014 (Υ.Ο.Δ.Δ. 360) πράξη Υπουργικού Συμβουλίου «Επιλογή και Διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών».

5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 

αποφασίζουμε:

Καθορίζονται οι προϋποθέσεις καθώς και τα λοιπά θέματα εφαρμογής του προαιρετικού καθεστώτος καταβολής ΦΠΑ κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής.

Άρθρο 1
Όριο κύκλου εργασιών για την επιλογή ένταξης στο ειδικό καθεστώς


1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 39.β, δικαίωμα επιλογής ένταξης στο ειδικό καθεστώς έχουν οι υποκείμενοι στο φόρο, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, με την προϋπόθεση ότι και κατά την τρέχουσα διαχειριστική περίοδο μέχρι την άσκηση της επιλογής δεν έχουν υπερβεί το ανωτέρω όριο.

Για τους υποκείμενους των οποίων η προηγούμενη διαχειριστική περίοδος είναι μικρότερη των δώδεκα (12) μηνών, ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπολογίζεται με αναγωγή του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών σε δωδεκάμηνη περίοδο.

2. Για υποκείμενους στο φόρο που κάνουν έναρξη εντός της διαχειριστικής περιόδου, λαμβάνεται υπόψη ο εκτιμώμενος κύκλος εργασιών που θα επιτευχθεί εντός της περιόδου αυτής.

Άρθρο 2
Τρόπος ένταξης στο ειδικό καθεστώς


1. Για την ένταξη στο ειδικό καθεστώς απαιτείται η υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Α της παρούσας.

2. Η ανωτέρω δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος TAXISNET σε ειδική για τον σκοπό αυτό εφαρμογή, πριν από τη φορολογική περίοδο, από την έναρξη της οποίας ζητείται η ένταξη στο ειδικό καθεστώς.

3. Ειδικά για την πρώτη εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος, η δήλωση ένταξης στο καθεστώς γίνεται δεκτή έως 20.10.2014 και η ένταξη ισχύει από 1.10.2014. Στην περίπτωση αυτή ο υποκείμενος στο φόρο, που έχει ήδη εκδώσει φορολογικά στοιχεία χωρίς την ένδειξη που αναφέρεται στην περίπτωση β) της παραγράφου 1 του άρθρου 3 υποχρεούται να ενημερώσει τους πελάτες του ότι έχει ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς από 1.10.2014.

Άρθρο 3
Υποχρεώσεις ειδικού καθεστώτος


1. Οι υποκείμενοι που επιλέγουν να ενταχθούν στο ειδικό καθεστώς υποχρεούνται:

α) Να τηρούν αρχείο εισπράξεων/πληρωμών, στο οποίο θα καταχωρούνται όλες οι εισπράξεις που πραγματοποιούν από τους πελάτες τους, για συναλλαγές που εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς, καθώς και όλες οι πληρωμές που αυτοί πραγματοποιούν προς τους προμηθευτές τους. Το εν λόγω αρχείο τηρείται με κάθε πρόσφορο τρόπο, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εισπράξεις και πληρωμές αποδεικνύονται δεόντως.

β) Να αναγράφουν στα φορολογικά στοιχεία που εκδίδουν την ένδειξη «Ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής – άρθρο 226.7.α. Οδηγίας 2006/112/ΕΚ – άρθρο 39.β Κώδικα ΦΠΑ».

γ) Να ενημερώνουν τη φορολογική διοίκηση για τις εισπράξεις/πληρωμές που πραγματοποίησαν, με την υποβολή των καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του άρθρου 14 παράγραφοι 3 και 4 Ν. 4174/2013, σύμφωνα με την απόφαση του Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014και τα οριζόμενα στο άρθρο 7 της παρούσας.

2. Οι υποκείμενοι στο φόρο που δεν εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, στην περίπτωση που είναι λήπτες φορολογητέων πράξεων από υποκείμενους στο φόρο που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, υποχρεούνται στην τήρηση αρχείου πληρωμών και την ενημέρωση της φορολογικής διοίκησης, για τις εν λόγω πράξεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις α) και γ) της παραγράφου 1.

Άρθρο 4
Απαιτητό του φόρου και έκπτωση του φόρου εισροών για συναλλαγές που διενεργούνται στα πλαίσια του ειδικού καθεστώτος


1. Για τις πράξεις που πραγματοποιούνται από υποκείμενους ενταγμένους στο ειδικό καθεστώς ο φόρος καθίσταται απαιτητός τον χρόνο, κατά τον οποίο εισπράττεται η αντιπαροχή. Για την εφαρμογή του καθεστώτος ως είσπραξη νοούνται όλοι οι τρόποι πληρωμής (μετρητά, επιταγές, ταχυδρομικές επιταγές, εμβάσματα, πιστωτικές κάρτες, συμψηφισμός ή εκχώρηση απαιτήσεων, πληρωμές σε είδος, πάγιες εντολές, κ.λπ.), με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται επαρκώς η πραγματοποίησή τους.

2. Στην περίπτωση είσπραξης προκαταβολής πριν την πραγματοποίηση φορολογητέας συναλλαγής ο φόρος καθίσταται απαιτητός τον χρόνο κατά τον οποίο εισπράττεται η προκαταβολή. Κατά τον ίδιο χρόνο υπάρχει υποχρέωση έκδοσης του ειδικού στοιχείου προκαταβολής που προβλέπεται στο άρθρο 6 της παρούσας.

3. Στην περίπτωση εξόφλησης με επιταγή ο φόρος καθίσταται απαιτητός τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνεται η επιταγή. Σε περίπτωση μη είσπραξης της επιταγής, η φορολογητέα αξία μειώνεται κατά το χρόνο που σφραγίστηκε η επιταγή.

4. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο υφίσταται και το δικαίωμα έκπτωσης για συναλλαγές που εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς, τόσο για τον υποκείμενο που εντάσσεται στο ειδικό καθεστώς για τις συναλλαγές που λαμβάνει από άλλους υποκείμενους στο φόρο, όσο και για τον υποκείμενο που δεν εντάσσεται στο ειδικό καθεστώς για τις συναλλαγές που λαμβάνει από υποκείμενους στο φόρο που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς.

5. Ως χρόνος πραγματοποίησης της είσπραξης ή πληρωμής, θεωρείται η ημερομηνία που φέρει το παραστατικό είσπραξης ή πληρωμής ή σε περίπτωση μη ύπαρξης παραστατικού, η ημερομηνία πίστωσης της είσπραξης ή πληρωμής στα βιβλία των συμβαλλομένων, η οποία πρέπει να είναι ταυτόσημη και για τους δύο συμβαλλόμενους.

6. Στην περίπτωση που από τα στοιχεία της είσπραξης/πληρωμής δεν πιστοποιούνται με σαφήνεια τα φορολογικά στοιχεία που αφορά, θεωρείται ότι εξοφλούνται τα αρχαιότερα ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία.

7. Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης φορολογικών στοιχείων, τα οποία περιλαμβάνουν περισσότερους από έναν συντελεστές ΦΠΑ, το ποσό της πληρωμής εξοφλεί κατά προτεραιότητα το μέρος του τιμολογίου που αφορά στην αξία και στον φόρο του μεγαλύτερου συντελεστή.

Άρθρο 5
Έξοδος από το ειδικό καθεστώς


1. Η έξοδος από το ειδικό καθεστώς πραγματοποιείται στις εξής περιπτώσεις:

α) Ο υποκείμενος στο φόρο επιλέγει την έξοδό του από το ειδικό καθεστώς, με υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Β της παρούσας. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος TAXISNET σε ειδική για τον σκοπό αυτό εφαρμογή, πριν από τη διαχειριστική περίοδο από την έναρξη της οποίας ζητείται η έξοδος από το ειδικό καθεστώς, με την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έχει παραμείνει στο ειδικό καθεστώς τουλάχιστον για μία ολόκληρη διαχειριστική περίοδο.

β) Εφόσον σε μια διαχειριστική περίοδο πραγματοποιηθεί υπέρβαση του προβλεπόμενου ορίου των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή η ένταξη στο κανονικό καθεστώς είναι υποχρεωτική από την έναρξη της επόμενης διαχειριστικής περιόδου.

Ο υποκείμενος στο φόρο υποχρεούται να υποβάλλει ηλεκτρονικά στην ειδική εφαρμογή του TAXISNET, τη δήλωση που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Β της παρούσας, μέχρι τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου.

γ) Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώσει ότι ο ενταγμένος στο ειδικό καθεστώς υποκείμενος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, ή έχει υποπέσει σε παραβάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 39.β του Κώδικα ΦΠΑ. Στην περίπτωση αυτή η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που ακολουθεί την αποστολή στον υποκείμενο σχετικής ενημέρωσης από τη φορολογική διοίκηση, με την οποία αιτιολογείται η υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς.

2. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι υποκείμενοι που απεντάσσονται από το ειδικό καθεστώς, υποχρεούνται, με την δήλωση ΦΠΑ της τελευταίας πριν την έξοδό τους από το ειδικό καθεστώς φορολογικής περιόδου, να καταβάλλουν τον φόρο για όλα τα ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία. Με την ίδια δήλωση ασκείται και το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αφορά ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία που έχουν ληφθεί από προμηθευτές, οι οποίοι δεν είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς. Κατά τον ίδιο χρόνο ασκείται το δικαίωμα έκπτωσης των υποκειμένων πελατών των ανωτέρω προσώπων για ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία που έχουν λάβει από τα πρόσωπα αυτά.

Άρθρο 6
Ειδικό στοιχείο προκαταβολής στα πλαίσια του ειδικού καθεστώτος


1. Στις περιπτώσεις είσπραξης προκαταβολής στα πλαίσια συναλλαγών του ειδικού καθεστώτος, εκδίδεται ειδικό στοιχείο προκαταβολής. Το ειδικό στοιχείο επέχει θέση τιμολογίου και αποτελεί το αποδεικτικό έγγραφο πραγματοποίησης της πληρωμής πριν την πραγματοποίηση της συναλλαγής.

2. Το ειδικό στοιχείο που φέρει τον τίτλο "Ειδικό στοιχείο προκαταβολής για σκοπούς του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ του άρθρ. 39β εκδίδεται κατά το χρόνο είσπραξης της προκαταβολής. Το ίδιο στοιχείο, με αρνητικό πρόσημο, εκδίδεται και στην περίπτωση επιστροφής της προκαταβολής ή μέρους αυτής.

3. Στο οριστικό φορολογικό στοιχείο, που εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναγράφεται η συνολική αξία της συναλλαγής και επιπρόσθετη ανάλυση όσον αφορά την αξία του ειδικού στοιχείου καθώς και την τυχόν διαφορά που προκύπτει. Στην περίπτωση αυτή, επί του ποσού της διαφοράς και μόνο γεννάται υποχρέωση απόδοσης φόρου καθώς και αντίστοιχο δικαίωμα έκπτωσης, κατά το χρόνο εξόφλησης.

4. Το ποσό της προκαταβολής θα καταχωρείται τόσο στο αρχείο πληρωμών όσο και στις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων σύμφωνα με την ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ.1022/7.1.2014.

Άρθρο 7
Ενημέρωση Φορολογικής Διοίκησης με στοιχεία εισπράξεων/πληρωμών στα πλαίσια του ειδικού καθεστώτος


1. Οι υποκείμενοι που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, καθώς και οι μη ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς υποκείμενοι πελάτες των προσώπων αυτών, υποχρεούνται κατά την υποβολή των καταστάσεων φορολογικών στοιχείων σύμφωνα με την απόφαση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1022/7.1.2014, να καταχωρούν επιπλέον και τα εξής στοιχεία:

α) Οι υποκείμενοι που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς:

i. Στις καταστάσεις πελατών, τις συνολικές εισπράξεις που έλαβαν, ανά ΑΦΜ πελάτη, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.

ii. Στις καταστάσεις προμηθευτών, τις συνολικές πληρωμές που πραγματοποίησαν, ανά ΑΦΜ προμηθευτή, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.

β) Οι υποκείμενοι που δεν είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς αλλά είναι λήπτες φορολογητέων πράξεων από ενταγμένους στο ειδικό καθεστώς προμηθευτές, στις καταστάσεις προμηθευτών, ανά ΑΦΜ προμηθευτή, τις συνολικές πληρωμές προς τους εν λόγω προμηθευτές, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.

Άρθρο 8
Ενέργειες φορολογικής διοίκησης


Η Φορολογική Διοίκηση:

α) Στην περίπτωση δήλωσης ένταξης στο ειδικό καθεστώς, διαπιστώνει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο και ενημερώνει ηλεκτρονικά άμεσα τον φορολογούμενο για την αποδοχή της δήλωσης ένταξης. Σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ενημερώνει ηλεκτρονικά άμεσα τον φορολογούμενο για την απόρριψη του αιτήματος ένταξης, αιτιολογώντας την απόφαση αυτή.

β) Στην περίπτωση οικειοθελούς εξόδου από το ειδικό καθεστώς, διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται για το σκοπό αυτό από το άρθρο 39.β και σε αντίθετη περίπτωση ενημερώνει άμεσα τον υποκείμενο ότι το αίτημά του δεν γίνεται αποδεκτό.

γ) Διαπιστώνει την υπέρβαση του ορίου κύκλου εργασιών που προβλέπεται στο άρθρο 1, και απεντάσσει τον υποκείμενο στο φόρο από το ειδικό καθεστώς, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί η δήλωση του προβλέπεται στο άρθρο 5.1.β) ενημερώνοντας άμεσα τον υποκείμενο στο φόρο.

Εάν η διαπίστωση γίνει εντός της διαχειριστικής περιόδου στην οποία πραγματοποιήθηκε η υπέρβαση η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την επόμενη διαχειριστική περίοδο. Εάν όμως η διαπίστωση από την Φορολογική Διοίκηση γίνει την επόμενη διαχειριστική περίοδο από αυτή εντός της οποίας ξεπεράστηκε το όριο, η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που έπεται της ανωτέρω ενημέρωσης.

δ) Σε περίπτωση διαπίστωσης μη πλήρωσης των προϋποθέσεων παραμονής στο ειδικό καθεστώς, σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 39.β απεντάσσει τον υποκείμενο στο φόρο από το ειδικό καθεστώς, ενημερώνοντας άμεσα τον υποκείμενο στο φόρο. Στην περίπτωση αυτή η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που έπεται της ανωτέρω ενημέρωσης.

ε) Διαθέτει εφαρμογή μέσω του συστήματος TAXISΝΕΤ στην οποία οι ενδιαφερόμενοι πιθανοί συναλλασσόμενοι θα μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι συγκεκριμένο ΑΦΜ είναι ενταγμένο στο ειδικό καθεστώς.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Α. ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΤΑΞΗΣ ΣΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 39.β του Κώδικα ΦΠΑ


Με την παρούσα δηλώνω υπεύθυνα ότι πληρώ τις προϋποθέσεις και επιθυμώ την ένταξή μου στο ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά την είσπραξη, σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ.
1. Ονοματεπώνυμο/Επωνυμία:
2. ΑΦΜ:
3. Ημερομηνία Έναρξης Εργασιών:
4. Ημερομηνία Δήλωσης:
5. Ημερομηνία ένταξης στο ειδικό καθεστώς:
6. Ετήσιος κύκλος προηγούμενης διαχ/κής περιόδου (σε ευρώ):
7. Κύκλος εργασιών τρέχουσας διαχ/κής περιόδου μέχρι την ημερομηνία ένταξης (σε ευρώ):
8. Εκτιμώμενος κύκλος εργασιών τρέχουσας διαχ/κής περιόδου (συμπληρώνεται μόνο από νέες επιχειρήσεις):

Β. ΔΗΛΩΣΗ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 39.β του Κώδικα ΦΠΑ

Με την παρούσα δηλώνω ότι (επιλέξτε με (Χ) [α] ή [β] κατωτέρω):

α) επιθυμώ την έξοδό μου από το ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά την είσπραξη, σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ

β) δεν πληρώ τις προϋποθέσεις παραμονής στο ειδικό καθεστώς, λόγω υπέρβασης του προβλεπόμενου ορίου ακαθαρίστων εσόδων.

1. Ονοματεπώνυμο/Επωνυμία:
2. ΑΦΜ:
3. Ημερομηνία ένταξης στο ειδικό καθεστώς:
4. Ημερομηνία Δήλωσης απένταξης:
5. Ημερομηνία εξόδου από το καθεστώς:

Υποβολή τροποποιητικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ


ΠΟΛ.1107/14.4.2014
Υποβολή τροποποιητικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ
Κατηγορία: Φ.Π.Α.
Αθήνα, 14.4.2014
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Α. ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
1. 14η Δ/ΝΣΗ ΦΠΑ ΤΜΗΜΑ Α'
2. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α' και Δ'
Β. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (e- εφαρμογές)

Ταχ. Δ/νση:Σίνα 2-4  
Ταχ. Κώδικας:106 72 ΑΘΗΝΑ 
Πληροφορίες:Αικ. Καρύδα
Γ. Αναγνωστόπουλος
Τηλέφωνο:210- 3645615
Fax:210- 3645413
e-mail:dfpa.a1@1992.syzefxis.gov.gr

ΠΟΛ 1107/2014

Θέμα: Υποβολή τροποποιητικών περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 19 και 31 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013 ΦΕΚ 170 Α') ο φορολογούμενος που διαπιστώνει ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε περιέχει λάθος ή παράλειψη, υποχρεούται να υποβάλλει τροποποιητική δήλωση, καταβάλλοντος την επί πλέον διαφορά φόρου ή δικαιούμενος επιστροφή του υπερβάλλοντος φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ίδιου Κώδικα. Ο άμεσος προσδιορισμός φόρου που προκύπτει από την τροποποιητική δήλωση υποκαθιστά τον αρχικό άμεσο προσδιορισμό φόρου.

Η εφαρμογή της αποσυσχέτισης της υποβολής της δήλωσης από την καταβολή του φόρου από 1.1.2014 έχει ως αποτέλεσμα την οριστικοποίηση της δήλωσης κατά την υποβολή της, με συνέπεια ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα διαγραφής της αρχικής δήλωσης έως την καταληκτική προθεσμία υποβολής της και απαιτείται σε κάθε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που περιέχονται σε αυτή, η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης (εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα).
 
Κατά το χρόνο υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης προσδιορίζεται εκ νέου το υπόλοιπο της φορολογικής περιόδου την οποία αφορά. Στην περίπτωση που η αρχική δήλωση ήταν χρεωστική, το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο, ανεξάρτητα εάν έχει καταβληθεί ή όχι, καταχωρείται στον κωδικό 403 «χρεωστικό αρχικής δήλωσης» της τροποποιητικής δήλωσης (έντυπο Φ2/έκδοση 2011 (2η)/ 050-ΦΠΑ). 

Εάν η αρχική δήλωση ήταν πιστωτική, το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο δεν καταχωρείται στην τροποποιητική δήλωση. Στην περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης ο κωδικός 403 είναι προσυμπληρωμένος από την υπηρεσία TAXISnet. Ειδικότερα διευκρινίζονται τα εξής:

1. Υποβολή τροποποιητικής δήλωσης λόγω αύξησης του οφειλόμενου φόρου.

Στην περίπτωση αυτή τόσο η αρχική όσο και η τροποποιητική δήλωση έχουν χρεωστικό υπόλοιπο. Το υπόλοιπο της τροποποιητικής ισούται με τη διαφορά του συνολικά οφειλόμενου φόρου με το χρεωστικό υπόλοιπο της αρχικής δήλωσης (στον κωδικό 403 αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης).

Εφόσον το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί εκπρόθεσμα επιβαρύνεται με τον τόκο του άρθρου 53 και το πρόστιμο του άρθρου 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Παράδειγμα:

Για τη φορολογική περίοδο του Δεκεμβρίου του 2013, υποβλήθηκε περιοδική δήλωση στις 13.1.2014, με χρεωστικό υπόλοιπο 13.000€. Στις 20.1.2014 υποβλήθηκε τροποποιητική δήλωση, λόγω του ότι το οφειλόμενο ποσό είναι 15.000€. Το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης, που στην περίπτωση αυτή ταυτίζεται με το χρεωστικό υπόλοιπο αυτής, καταχωρείται στον κωδικό 403 της τροποποιητικής δήλωσης και η δήλωση εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο 2.000€. Το ποσό των 2.000€ καταβάλλεται εφάπαξ βάσει του κωδικού «ταυτότητα οφειλής» που εκδίδεται με την τροποποιητική δήλωση στις 23.1.2014 και λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής του επιβαρύνεται με τόκο ύψους 14,6€ (8,76 ετησίως, ή 0,73% μηνιαίως - σχετική η με αριθ. πρωτ. ΔΠΕΙΣ 118598 ΕΞ 31.12.2013 ΑΥΟ).

2. Υποβολή τροποποιητικής δήλωσης λόγω μείωσης του οφειλόμενου φόρου.

Στην περίπτωση αυτή ο υποκείμενος έχει υποχρέωση καταβολής μόνο του πραγματικά οφειλόμενου ποσού, βάσει της αρχικής δήλωσης και με βάση τον κωδικό «ταυτότητας οφειλής» που εκδίδεται. Σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί η αρχική δήλωση έχει υπόλοιπο χρεωστικό και η τροποποιητική δήλωση υπόλοιπο πιστωτικό (στον κωδικό 403 αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης). Το τελικά οφειλόμενο ποσό ισούται με το χρεωστικό υπόλοιπο της αρχικής μείον το πιστωτικό υπόλοιπο της τροποποιητικής δήλωσης.

Η αξίωση του δημοσίου για το ποσό της αρχικής δήλωσης που δεν οφείλεται διαγράφεται, με την έκδοση σχετικού φύλλου έκπτωσης και το ποσό θεωρείται ως μη οφειλόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αρχικής δήλωσης. Στην περίπτωση που με την αρχική δήλωση είχε επιλεγεί η καταβολή του φόρου σε δόσεις μαζί με το φόρο διαγράφεται και η αναλογούσα, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο κύριο φόρο που διαγράφεται, προσαύξηση (2%) λόγω δόσεων. Επίσης διαγράφεται και η τυχόν προσαύξηση εκπρόθεσμης υποβολής κατά το μέρος που αντιστοιχεί στον κύριο φόρο που διαγράφεται.

Το ποσό του φόρου που δεν οφείλεται και διαγράφεται (πιστωτικό υπόλοιπο της τροποποιητικής δήλωσης) δεν μεταφέρεται προς έκπτωση στην επόμενη φορολογική περίοδο. Στην εφαρμογή της «προσωποποιημένης πληροφόρησης» θα εμφανίζεται το τελικό οφειλόμενο ποσό.

Εάν έχει καταβληθεί ολόκληρο ή μέρος του μη οφειλόμενου ποσού της αρχικής οφειλής, διενεργείται άμεσα η επιστροφή του. Γίνεται δεκτό στην περίπτωση αυτή ως αίτηση του φορολογούμενου να θεωρείται η υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1931 και 42 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Στην περίπτωση υποβολής περισσότερων τροποποιητικών δηλώσεων για την ίδια φορολογική περίοδο, στον κωδ. 403 «χρεωστικό της αρχικής δήλωσης» καταχωρείται το πραγματικά οφειλόμενο ποσό για την συγκεκριμένη περίοδο. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή η διαγραφή του μη οφειλόμενου φόρου διενεργείται από την τελευταία βεβαίωση προς την πρώτη.

Επισημαίνεται ότι εφόσον η τροποποιητική δήλωση δεν έχει συμπληρωθεί σύμφωνα με τις οδηγίες της διοίκησης, ο υποκείμενος θα πρέπει να υποβάλει νέα τροποποιητική δήλωση.

Τέλος εάν το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί εκπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που καθίσταται ληξιπρόθεσμο, ανάλογα με το εάν έχει επιλεγεί η εφάπαξ καταβολή του ή σε δόσεις, επιβαρύνεται με τον τόκο του άρθρου 53 και τα πρόστιμα του άρθρου 57, του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Ειδικά για τροποποιητικές δηλώσεις που έχουν ήδη υποβληθεί μέχρι την έκδοση της παρούσας, δεν εκδίδεται φύλλο έκπτωσης για το μη οφειλόμενο ποσό στις εξής περιπτώσεις:

α) Το μη οφειλόμενο ποσό έχει καταβληθεί από το φορολογούμενο και έχει μεταφερθεί στην υποβληθείσα περιοδική δήλωση της επόμενης φορολογικής περιόδου προς έκπτωση. Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό υπόλοιπο νόμιμα συμψηφίζεται στην επόμενη φορολογική περίοδο.

β) Το χρεωστικό υπόλοιπο της αρχικής, εκτός από τον κωδ. 403 έχει αναγραφεί και στον κωδ. 412 «Χρεωστικό μέχρι 3€ προηγούμενης φορολογικής περιόδου και λοιπά αφαιρούμενα». Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υποβληθεί από το φορολογούμενο νέα τροποποιητική δήλωση.
 
γ) Δεν υπάρχει ορθά συμπληρωμένος ο κωδικός 403 (π.χ. λόγω λάθους κάποιων λογιστικών πακέτων). Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υποβληθεί από το φορολογούμενο νέα τροποποιητική δήλωση.

Παράδειγμα:

Για τη φορολογική περίοδο του Δεκεμβρίου του 2013, υποβλήθηκε περιοδική δήλωση στις 18.1.2014, με χρεωστικό υπόλοιπο 10.000€ και καταβλήθηκε με τη δήλωση το ποσό των 40€. Στις 20.1.2014 υποβλήθηκε τροποποιητική δήλωση, λόγω του ότι το οφειλόμενο ποσό είναι 8.000€. Το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης (10.000€), καταχωρείται στον κωδικό 403 της τροποποιητικής δήλωσης και η δήλωση εμφανίζει πιστωτικό υπόλοιπο 2.000€. Για το ποσό των 2.000€ εκδίδεται φύλλο έκπτωσης και δεν μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη φορολογική περίοδο από τον υποκείμενο.

Στην περίπτωση που έχει επιλεγεί η εφάπαξ καταβολή του οφειλόμενου φόρου με την αρχική δήλωση και έχει καταβληθεί το ποσό των 10.000€, το ποσό των 2.000€ επιστρέφεται χωρίς την υποβολή αίτησης. Στην ίδια περίπτωση εάν η τροποποιητική δήλωση υποβλήθηκε στις 15.2.2014 και το σύνολο του οφειλόμενου φόρου καταβλήθηκε στις 17.2.2014, αυτό επιβαρύνεται με τόκο ύψους 58,4€ (8.000€ Χ 0,73%), καθώς το ποσό αυτό έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 20.1.2014.

Στην περίπτωση υποβολής δεύτερης τροποποιητικής δήλωσης για την ίδια φορολογική περίοδο στον κωδικό 403 ως «χρεωστικό της αρχικής δήλωσης» καταχωρείται το ποσό των 8.000€.

3. Υποβολή τροποποιητικής δήλωσης λόγω διόρθωσης του αρχικού χρεωστικού υπολοίπου σε πιστωτικό.

Στην περίπτωση αυτή ισχύουν τα αναφερόμενα στην προηγούμενη περίπτωση 2. Η αρχική δήλωση έχει χρεωστικό υπόλοιπο και η τροποποιητική δήλωση έχει πιστωτικό υπόλοιπο μεγαλύτερο από το ποσό του χρεωστικού υπολοίπου της αρχικής δήλωσης (το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης καταχωρείται στον κωδικό 403 της τροποποιητικής). Κατά συνέπεια, για το σύνολο του αρχικού χρεωστικού υπολοίπου εκδίδεται φύλλο έκπτωσης και το πραγματικό πιστωτικό υπόλοιπο μεταφέρεται για έκπτωση στην επόμενη φορολογική περίοδο, ή ζητείται η επιστροφή του.

Παράδειγμα:

Για τη φορολογική περίοδο του Δεκεμβρίου του 2013, υποβλήθηκε περιοδική δήλωση στις 19.1.2014, με χρεωστικό υπόλοιπο 800€ και καταβλήθηκε εφάπαξ στις 20.1.2014. Στις 29.1.2014 υποβάλλεται τροποποιητική δήλωση, λόγω του ότι το ορθό υπόλοιπο της φορολογικής περιόδου είναι πιστωτικό 2.000€. Το οφειλόμενο ποσό βάσει της αρχικής δήλωσης (800€) καταχωρείται στον κωδικό 403 της τροποποιητικής δήλωσης και η δήλωση εμφανίζει πιστωτικό υπόλοιπο 2.800€. Για το ποσό των 800€ εκδίδεται φύλλο έκπτωσης και δεν μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη φορολογική περίοδο. Στην επόμενη περίοδο μεταφέρεται μόνο το ποσό των 2.000€. Στην περίπτωση υποβολής δεύτερης τροποποιητικής δήλωσης για την ίδια φορολογική περίοδο στον κωδικό 403 ως «χρεωστικό της αρχικής δήλωσης» δεν καταχωρείται ποσό και ισχύει η αντιμετώπιση των ανωτέρω περιπτώσεων, ανάλογα με το αποτέλεσμα της δεύτερης αυτής τροποποιητικής δήλωσης.

4. Υποβολή τροποποιητικής δήλωσης λόγω αύξησης του πιστωτικού υπολοίπου.

Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό υπόλοιπο της αρχική δήλωσης δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης. Κατά συνέπεια η τροποποιητική θα εμφανίζει το ορθό πιστωτικό υπόλοιπο. Το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο μπορεί να ζητηθεί για επιστροφή ή να μεταφερθεί για έκπτωση στην επόμενη φορολογική περίοδο.

Αν έχει ήδη μεταφερθεί για έκπτωση το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο και ο φορολογούμενος θέλει να μεταφέρει το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο στην επόμενη δήλωση, θα πρέπει να υποβάλλει τροποποιητική για την επόμενη φορολογική περίοδο, ώστε να μεταφέρει το σωστό πιστωτικό υπόλοιπο.

Εάν έχει ήδη επιστραφεί το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο, μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη δήλωση το επιπλέον πιστωτικό υπόλοιπο ή να ζητηθεί συμπληρωματικά η επιστροφή του.

Παράδειγμα:

Για τη φορολογική περίοδο του Δεκεμβρίου του 2013, υποβλήθηκε περιοδική δήλωση με πιστωτικό υπόλοιπο στις 25.1.2014, ύψους 30.000€. Στις 10.2.2014 υποβλήθηκε τροποποιητική δήλωση, λόγω του ότι το ορθό πιστωτικό υπόλοιπο είναι 40.000€. Το πιστωτικό αυτό μπορεί να ζητηθεί για επιστροφή ή να μεταφερθεί για έκπτωση στην επόμενη φορολογική περίοδο. Αν έχει ήδη μεταφερθεί για έκπτωση το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο και ο φορολογούμενος θέλει να μεταφέρει το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο στην επόμενη δήλωση, θα πρέπει να υποβάλλει τροποποιητική για τη φορολογική περίοδο του Ιανουαρίου 2014, ώστε να μεταφέρει το σωστό πιστωτικό υπόλοιπο των 40.000€. Εάν έχει ήδη επιστραφεί το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο, μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη δήλωση το επιπλέον πιστωτικό υπόλοιπο των 10.000€ ή να ζητηθεί συμπληρωματικά η επιστροφή του ποσού αυτού.

5. Υποβολή τροποποιητικής δήλωσης λόγω μείωσης του πιστωτικού υπολοίπου.

Ισχύουν οι παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί στην περίπτωση 4. Εάν έχει ήδη μεταφερθεί για έκπτωση το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο, θα πρέπει να υποβληθεί τροποποιητική δήλωση της επόμενης φορολογικής περιόδου, ώστε να μεταφερθεί το ορθό πιστωτικό υπόλοιπο.

Εάν έχει ήδη εκδοθεί φύλλο έκπτωσης, θα πρέπει να γίνει βεβαίωση με σχετική πράξη της διαφοράς του πιστωτικού υπολοίπου. Εάν έχει ζητηθεί η επιστροφή του ποσού αυτού, χωρίς ωστόσο να έχει εκδοθεί φύλλο έκπτωσης μέχρι την υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης, η επιστροφή θα πρέπει να προσαρμοστεί στο πραγματικά δικαιούμενο ποσό.

Παράδειγμα:

Για τη φορολογική περίοδο του Δεκεμβρίου του 2013, υποβλήθηκε περιοδική δήλωση με πιστωτικό υπόλοιπο στις 5.1.2014, ύψους 10.000€. Στις 25.1.2014 υποβάλλεται τροποποιητική δήλωση, λόγω του ότι το ορθό πιστωτικό υπόλοιπο είναι 4.000€. Εάν έχει ήδη μεταφερθεί για έκπτωση το αρχικό πιστωτικό υπόλοιπο στην περίοδο του Ιανουαρίου 2014, θα πρέπει να υποβληθεί τροποποιητική δήλωση για την περίοδο αυτή ώστε να μεταφερθεί το ορθό πιστωτικό υπόλοιπο. Εάν το πιστωτικό υπόλοιπο (10.000€) έχει επιστραφεί, καταλογίζεται η διαφορά (6.000€).

6. Δεδομένου ότι οι οδηγίες που έχουν δοθεί έως σήμερα για τις τροποποιητικές δηλώσεις αφορούν στην αναγραφή στον κωδικό 403 της περιοδικής δήλωσης, του ποσού ή ποσών που έχουν βεβαιωθεί με βάση τις προηγούμενες δηλώσεις της ίδιας περιόδου μέχρι το χρόνο υποβολής της τροποποιητικής δήλωσης, όλοι οι υποκείμενοι που έως την έκδοση της παρούσας εγκυκλίου έχουν υποβάλλει τροποποιητικές δηλώσεις από 1.1.2014 θα ενημερωθούν από την υπηρεσία TAXISnet, για:

α) το οφειλόμενο ποσό της φορολογικής περιόδου για την οποία έχει υποβληθεί τροποποιητική δήλωση (χωρίς να ληφθεί υπόψη ο κωδ. 403 της δήλωσης).

β) τη βεβαίωση ή τις βεβαιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί για τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας υποβληθείσας τροποποιητικής δήλωσης.

γ) την έκδοση φύλλου έκπτωσης για τη διαγραφή του βεβαιωθέντος με βάση την αρχική δήλωση, ή τις ενδεχόμενες επόμενες τροποποιητικές δηλώσεις, το οποίο τελικά δεν οφείλεται.

Στην εφαρμογή της «προσωποποιημένης πληροφόρησης» θα εμφανίζεται το τελικό οφειλόμενο ποσό.

7. Οι υποκείμενοι έχουν υποχρέωση καταβολής του ορθά οφειλόμενου ποσού, βάσει των δεδομένων της δήλωσης, την αναγραφή του ποσού αυτού στον κωδικό 403 της περιοδικής δήλωσης σε περίπτωση υποβολής νέας τροποποιητικής δήλωσης καθώς και στη μεταφορά του ορθού πιστωτικού υπολοίπου στην επόμενη φορολογική περίοδο.

8. Επισημαίνεται ότι κατά την υποβολή εκκαθαριστικής δήλωσης στον κωδικό 701 «Πληρωμές στο Δημόσιο με τις περιοδικές ή έκτακτες» καταχωρούνται αθροιστικά τα ποσά του κωδικού 511 όλων των περιοδικών δηλώσεων (αρχικών και τροποποιητικών) της διαχειριστικής περιόδου και στον κωδικό 707 «ΦΠΑ που σας επιστράφηκε ή ζητήσατε την επιστροφή του» συμπεριλαμβάνεται και το μη οφειλόμενο ποσό με βάση το πιστωτικό υπόλοιπο των τροποποιητικών δηλώσεων κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα.

9. Στην περίπτωση αντιμετώπισης τεχνικών προβλημάτων στην έκδοση του φύλλου έκπτωσης κεντρικά από τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (e-εφαρμογές) η έκδοση του πιστωτικού τίτλου θα γίνεται από τη Δ.Ο.Υ. σε συνεργασία με την ανωτέρω διεύθυνση.

10. Τα αναφερόμενα για τις τροποποιητικές περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ ισχύουν αναλογικά και για την υποβολή τροποποιητικών εκκαθαριστικών δηλώσεων.

11. Επισημαίνεται ότι για δηλώσεις που έχουν ήδη υποβληθεί μέχρι την έκδοση της παρούσας και μέχρι την ολοκλήρωση των ενεργειών που προβλέπονται στην παρούσα για την έκδοση φύλλων έκπτωσης, οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ. πρέπει να φροντίζουν να εκδίδουν φορολογική ενημερότητα, στην περίπτωση που προκύπτει ότι ο αρχικά βεβαιωμένος φόρος δεν οφείλεται με βάση την υποβολή τροποποιητικής δήλωσης (εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης) των λοιπών προϋποθέσεων για την έκδοση φορολογικής ενημερότητας κατά την κείμενη νομοθεσία τηρουμένων. Για το σκοπό αυτό το αρμόδιο Τμήμα για το ΦΠΑ θα σημειώνει πάνω στην αίτηση φορολογικής ενημερότητας το ποσό που τελικά οφείλεται βάσει της αρχικής βεβαίωσης λαμβάνοντας υπόψη την τροποποιητική δήλωση.

Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.


ΠΟΛ.1108/14.4.2014
Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.
Κατηγορία: Φ.Π.Α.
Αριθμ. ΠΟΛ 1108/2014

(ΦΕΚ Β' 937/15-04-2014)

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις ακόλουθες διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (κύρωση με το Ν. 2859/2000 − ΦΕΚ 248/Α΄/7.11.2000), όπως ισχύουν:

α) των παραγράφων, 1 περίπτωση α΄, 2 και 11 του άρθρου 38,

β) του άρθρου 54,

γ) της παραγράφου 3 του άρθρου 64.

2. Τις διατάξεις του άρθρου 3, κεφάλαιο Β΄, υποπαράγραφος Β.3, «τροποποίηση διατάξεων Κώδικα ΦΠΑ σχετικά με την καταβολή του φόρου και τα αποδεικτικά καταβολής», του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α΄/85/7.4.2014).

3. Τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης με αριθ. ΠΟΛ.1267/30.12.2011 (ΦΕΚ Β΄ 44/23.1.2012) «Χρόνος και τρόπος υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ».

4. Τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης με αριθ. ΠΟΛ.1129/3.6.2013 (ΦΕΚ Β΄1365/4.6.2013) «Τροποποίηση του χρόνου υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ και του περιεχομένου του εντύπου 050 − ΦΠΑ ΕΚΔΟΣΗ 2η 2011, Φ2 TAXIS».

5. Τις διατάξεις της παρ. 27 του άρθρου 50 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α΄/287/31.12.2013).

6. Την υπ’ αριθμ. ΥΠΟΙΚ 07927 ΕΞ (ΦΕΚ 2574/Β΄/24.9.2012) απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη».

7. Την ανάγκη εξυπηρέτησης και διευκόλυνσης των υποκειμένων στην υποβολή των περιοδικών δηλώσεων δεδομένου ότι η υποβολή της δήλωσης δεν προϋποθέτει την καταβολή του οφειλόμενου φόρου και η καταβολή έχει οριστεί τουλάχιστον μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης.

8. To γεγονός, ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Χρόνος υποβολής της περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ.

1. Η περιοδική δήλωση υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τη λήξη της φορολογικής περιόδου στην οποία αφορά η δήλωση.

2. Ως φορολογική περίοδος ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας για τους υποκείμενους στο φόρο που τηρούν διπλογραφικά βιβλία και το ελληνικό δημόσιο και το ημερολογιακό τρίμηνο για του υποκείμενους που τηρούν απλογραφικά βιβλία ή δεν είναι υπόχρεοι σε τήρηση βιβλίων.

3. Οι ανωτέρω προθεσμίες ισχύουν και για τις υπό ίδρυση επιχειρήσεις, για κάθε φορολογική περίοδο κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού τους σταδίου.

4. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση που η δήλωση έναρξης, η δήλωση μεταβολής για διακοπή των υπαγομένων σε ΦΠΑ δραστηριοτήτων, η δήλωση οριστικής παύσης εργασιών, ή η δήλωση μεταβολών λόγω λύσης και θέσης σε εκκαθάριση, υποβάλλονται εμπρόθεσμα, μετά την καταληκτική προθεσμία υποβολής της περιοδικής δήλωσης, η περιοδική δήλωση υποβάλλεται εμπρόθεσμα μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων.

5. Σε περίπτωση θανάτου του λογιστή του υποκειμένου στο φόρο οι ανωτέρω καταληκτικές ημερομηνίες υποβολής, για τη φορολογική περίοδο εντός της οποίας επήλθε το γεγονός αυτό, μεταφέρονται για 10 ημερολογιακές ημέρες. Οι περιοδικές δηλώσεις στην περίπτωση αυτή θα υποβάλλονται αποκλειστικά στην αρμόδια ΔΟΥ σε έντυπη μορφή. Ο υποκείμενος στο φόρο υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του N. 1599/1986 με την οποία δηλώνει ότι είχε αναθέσει την παρακολούθηση και διαχείριση των φορολογικών του υποχρεώσεων στο θανόντα καθώς και την ημερομηνία του θανάτου αυτού.

6. Στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται και οι εγκεκριμένοι αποθηκευτές και οι εγγεγραμμένοι παραλήπτες αγαθών που υπάγονται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ).

Άρθρο 2
Χρόνος καταβολής του φόρου

Η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου φόρου λήγει την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης. Στην περίπτωση εμπρόθεσμης περιοδικής δήλωσης που επιλέγεται η καταβολή του φόρου σε δόσεις, το ποσό της πρώτης δόσης καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υποβολής της δήλωσης και το ποσό της δεύτερης δόσης μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα.

Η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου φόρου των έκτακτων περιοδικών δηλώσεων λήγει την καταληκτική προθεσμία υποβολής των δηλώσεων αυτών.

Άρθρο 3
Αφετηρία για την επιβολή του προστίμου και τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου.

1. Ως αφετηρία για το χρόνο επιβολής του προστίμου στην περίπτωση της εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής περιοδικής δήλωσης, πιστωτικής ή μηδενικής βάσει των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179/Α΄/11.9.1997) για φορολογικές περιόδους που λήγουν έως και 31.12.2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ. 19 του Ν. 4174/2013, καθώς και χρεωστικής, πιστωτικής ή μηδενικής για φορολογικές περιόδους από 1.1.2014 σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), όπως ισχύουν, λαμβάνεται η επόμενη ημέρα της καταληκτικής προθεσμίας για την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης.

2. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό του πρόσθετου φόρου στην περίπτωση εκπρόθεσμης, ανακριβούς ή μη υποβολής χρεωστικής περιοδικής δήλωσης, για τις οποίες προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή, βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 2523/1997 για φορολογικές περιόδους που λήγουν έως και 31.12.2013 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 66 παρ. 18 του Ν. 4174/2013, λαμβάνεται η επόμενη ημέρα της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του μήνα της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής της δήλωσης.

Άρθρο 4
Έναρξης ισχύος

Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 14 Απριλίου 2014

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Φορολογική αντιμετώπιση του εισοδήματος που αποκτά ο εκμισθωτής ακινήτου, στο οποίο έχουν γίνει βελτιώσεις και προσθήκες από τον μισθωτή, κατά την πρόωρη λύση της μίσθωσης






1.              Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 2238/1994, ως εισόδημα από οικοδομές λογίζεται η αξία που έχει κατά το χρόνο της ανέγερσής της η οικοδομή που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή σε έδαφος του οποίου την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης του εδάφους η οικοδομή παραμένει στην κυριότητα του εκμισθωτή. Το ετήσιο εισόδημα εξευρίσκεται με διαίρεση του υπολοίπου, που προκύπτει μετά την αφαίρεση του τυχόν ανταλλάγματος, που έχει ορισθεί στη σύμβαση για τη μεταβίβαση της κυριότητας της οικοδομής, από την αξία αυτής, κατά το χρόνο της ανέγερσης της, σε μέρη ίσα με τον αριθμό των ετών κατά τα οποία διαρκεί η μίσθωση του εδάφους. Ως αξία της οικοδομής που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου λαμβάνεται η πραγματική αξία της οικοδομής, η οποία εξευρίσκεται από τα επίσημα βιβλία και λοιπά στοιχεία εκείνου που ανήγειρε την οικοδομή. Σε περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία ή αυτά που τηρούνται κρίνονται ανεπαρκή ή ανακριβή, καθώς και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον ενδιαφερόμενο της αξίας που υπολογίστηκε με αυτόν τον τρόπο, αυτή καθορίζεται ύστερα από εκτίμηση που ενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και σε συνέχεια από τα διοικητικά δικαστήρια. Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται ανάλογα και για βελτιώσεις ή επεκτάσεις που γίνονται με δαπάνες του μισθωτή σε οικοδομή της οποίας την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης της οικοδομής οι βελτιώσεις ή επεκτάσεις παραμένουν στην κυριότητα του εκμισθωτή.
2.              Επίσης, με τις διατάξεις της περ. α’ της παρ.1 του άρθρου 102 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι για τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 101 (ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμοί, κλπ.), ο φόρος επιβάλλεται κάθε οικονομικό έτος στο συνολικό καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή που αποκτάται κατά τη διαχειριστική περίοδο η οποία λήγει μέσα στο χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους μέχρι την 31η Ιουλίου του οικείου οικονομικού έτους.
Οι πιο πάνω διατάξεις καθιερώνουν την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε χρήση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις άλλες χρήσεις και δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός των αποτελεσμάτων αυτής με τα αποτελέσματα των προηγούμενων ή των επόμενων χρήσεων.
Κατά συνέπεια, τα μεν ακαθάριστα έσοδα και κέρδη κατατάσσονται και φορολογούνται στη χρήση κατά την οποία προέκυψαν και αποκτήθηκαν, οι δε δαπάνες κατατάσσονται στην χρήση την οποία βαρύνουν (σχετ. το 1056008/10827/Β0012/3.8.2004 έγγραφό μας).
3.              Περαιτέρω, από τη Διοίκηση έχει γίνει δεκτό, ότι το αναπόσβεστο υπόλοιπο των δαπανών βελτιώσεων και προσθηκών σε μισθωμένο ακίνητο, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης μέσα στην οποία λύνεται η μίσθωση (σχετ. τα 1015038/10108/Β0012/25.06.1997, 1031863/10408/Β0012/28.03.2000 και 1015586/10239/Β0012/13.03.2007 έγγραφά μας).
4.              Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι σε περίπτωση εκμίσθωσης ακινήτου για το οποίο έχουν πραγματοποιηθεί από τον μισθωτή δαπάνες βελτιώσεων και προσθηκών και η μίσθωση αυτού λύεται πρόωρα, ο εκμισθωτής, στη χρήση εντός της οποίας λύεται πρόωρα η σύμβαση μίσθωσης του εν λόγω ακινήτου, θα υπολογίσει εφ’ άπαξ ως εισόδημα από οικοδομές της περ. β’ της παρ.1 του άρθρου 21 του ν.2238/1994, το σύνολο του ποσού των δαπανών και βελτιώσεων στο μίσθιο που απομένει προς κατανομή στα επόμενα έτη, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 της παρούσας.
5.              Από το χρόνο έκδοσης της παρούσας, κάθε άλλη διαταγή με αντίθετο περιεχόμενο παύει να ισχύει.




Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ενδικοφανής προσφυγή.

Το  Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε την παρακάτω οδηγία σχετικά με την νέα διαδικασία προσφυγής κατά πράξεων της φορολογικής διοίκησης.

. Τι είναι η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών είναι ειδική αποκεντρωμένη υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και ασκεί, μεταξύ άλλων, τις κατωτέρω αρμοδιότητες: 

α) Την επανεξέταση των πράξεων της φορολογικής διοίκησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, κατόπιν υποβολής ενδικοφανούς προσφυγής. 

β) Την εξέταση αιτημάτων αναστολής της καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης.

2. Σε ποιες περιπτώσεις μπορώ να υποβάλω ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί ρητές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος του από τη φορολογική αρχή από 1/8/2013 και εφεξής, πριν από την προσφυγή του στη Διοικητική Δικαιοσύνη, οφείλει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με αίτημα επανεξέτασης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας. 

Από 1η Ιανουαρίου 2014 η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης θα λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), οπότε θα κρίνει και τις σιωπηρές αρνήσεις των οργάνων της φορολογικής αρχής. Σημειώνεται ότι για την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης δεν απαιτείται παράβολο. 

3. Μπορώ να υποβάλω άλλου είδους διοικητική προσφυγή κατά των πράξεων που προσβάλλονται με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Όχι. Η άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών είναι απαράδεκτη.  

4. Μπορώ να ασκήσω προσφυγή απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά των πράξεων που υπόκεινται σε ενδικοφανή προσφυγή;

Όχι. Η άσκηση προσφυγής απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών είναι απαράδεκτη. 

5. Μέσα σε ποια προθεσμία μπορώ να ασκήσω ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την κοινοποίηση της πράξεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 

6. Σε ποια υπηρεσία θα καταθέσω την ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Σε περιπτώσεις κατάργησης ή αναστολής λειτουργίας, κατά περίπτωση, της φορολογικής αρχής ή τμήματος ή γραφείου αυτής, που εξέδωσε την πράξη, η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. υποδοχής. 

7. Ποιος μπορεί να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή; 

Η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται από τον υπόχρεο και εν γένει από κάθε πρόσωπο του άρθρου 64 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. 

Ειδικότερα, η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται: 

-για σχολάζουσα κληρονομιά από τον κηδεμόνα,

-για επιδικία από τον προσωρινό διαχειριστή,

-για μεσεγγύηση από το μεσεγγυούχο,

-για πτωχεύσαντα από το σύνδικο,

-για ανήλικο από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα ή τον επίτροπο και επί πλειόνων από τον έναν από αυτούς,

-για πρόσωπο που τελεί σε δικαστική συμπαράσταση από το δικαστικό συμπαραστάτη

-για θανόντα φορολογούμενο από τους κληρονόμους του. 

Για τις όλες τις ως άνω περιπτώσεις, υποχρεωτικώς με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής συνυποβάλλονται και τα νομιμοποιητικά έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι παραπάνω ιδιότητες.

8. Με ποιο τρόπο μπορώ να υποβάλω αίτημα αναστολής καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης; 

Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημα αναστολής της καταβολής του πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης.

Το αίτημα αναστολής είτε συμπεριλαμβάνεται στο έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής είτε υποβάλλεται αυτοτελώς με ιδιαίτερο έγγραφο που κατατίθεται την ίδια ημέρα με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής. 

9. Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα αναστολής; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης δύναται να αναστείλει την πληρωμή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι η πληρωμή θα είχε ως συνέπεια ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. 

10. Ποια στοιχεία πρέπει να συνυποβάλλω με την αίτηση αναστολής; 

Με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος και απαραιτήτως υπεύθυνη δήλωση στην οποία ο αιτών δηλώνει : 

α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος και β) την περιουσιακή του κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής. 

-Αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, δηλώνονται και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής. 

-Αν ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, δηλώνονται και τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματα από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον οικονομικό έτος, καθώς και η περιουσιακή κατάσταση οπουδήποτε στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής, των συνδεδεμένων νομικών προσώπων με τον αιτούντα καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές υποχρεώσεις του αιτούντος. Ως συνδεδεμένο νομικό πρόσωπο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοείται η σύνδεση με σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συμμετοχής του αιτούντος στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση του άλλου νομικού προσώπου ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο νομικών προσώπων. 

Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει ιδίως τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε ακίνητα, τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα (πρέπει να δηλώνονται έστω και αρνητικά, δηλαδή ότι δεν υπάρχουν), τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 51Α του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/94) και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των 10.000 ευρώ. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών. Αν ο αιτών τηρεί λογιστικά βιβλία του Κ.Φ.Α.Σ. κατά τη διπλογραφική μέθοδο, με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται ο τελευταίος ισολογισμός και το τελευταίο αναλυτικό ισοζύγιο γενικής λογιστικής του τρέχοντος οικονομικού έτους. 

Αίτηση αναστολής που δεν συνοδεύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία απορρίπτεται. 

11. Σε πόσες ημέρες εκδίδεται απόφαση επί του αιτήματος αναστολής; 

Η απόφαση επί του αιτήματος αναστολής εκδίδεται εντός 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. 

12. Μέχρι πότε ισχύει η αναστολή της πληρωμής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης που χορηγείται από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Η αναστολή ισχύει μέχρι την κοινοποίηση της απόφασής επί της ενδικοφανούς προσφυγής στον υπόχρεο, άλλως μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της. 

13. Η αναστολή της πληρωμής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεων (ή προστίμου από 1-1-2014); 

Η αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής προσαυξήσεων (ή προστίμου από 1-1-2014) λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου. 

14. Ποιο είναι το περιεχόμενο της ενδικοφανούς προσφυγής;

Η ενδικοφανής πρέπει να αναφέρει τα ακριβή στοιχεία του υπόχρεου, την προσβαλλόμενη πράξη, τους λόγους, τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του, τη διεύθυνση στην οποία θα συντελούνται οι κοινοποιήσεις των αποφάσεων, των πράξεων και των λοιπών εγγράφων της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα εν γένει στοιχεία επικοινωνίας με τον υπόχρεο, τον ορισμό αντικλήτου και τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με αυτόν (όνομα,επώνυμο, πατρώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση επικοινωνίας, τηλέφωνο,τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Σε κάθε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων επικοινωνίας που επήλθε μετά την υποβολή του αιτήματος της ενδικοφανούς προσφυγής, ο υπόχρεος οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως αυτά στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, διαφορετικά οι κοινοποιήσεις γίνονται νομίμως βάσει των αρχικά δηλωθέντων στοιχείων. 

15. Ποια στοιχεία πρέπει να συνυποβάλω με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Ο υπόχρεος ταυτόχρονα με την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, συνυποβάλλει: 

α. Τα έγγραφα στα οποία βασίζει το αίτημά του. 

β. Ηλεκτρονικό φάκελο (σε οπτικό δίσκο - CD ή USB κλπ.), στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή και σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή αρχείου: 

αα) η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή, 

ββ) η αίτηση αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής, 

γγ) τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται (σε ηλεκτρονικά αρχεία), 

γ. Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου. 

16. Σε ποιες περιπτώσεις θα κληθώ να εκφράσω τις απόψεις μου εγγράφως ή προφορικώς ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης για τους λόγους που προβάλλονται με την ενδικοφανή προσφυγή; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, εάν το κρίνει απαραίτητο, δύναται εντός της οριζόμενης προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής, να καλεί τον υπόχρεο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών, προκειμένου αυτός να εκφράσει τις απόψεις του εγγράφως ως προς τα σχετικά ζητήματα και τους προβαλλόμενους με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής λόγους και ισχυρισμούς. 

Στις περιπτώσεις που με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής προσκομισθούν στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης νέα στοιχεία ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος καλείται σε ακρόαση, προκειμένου να εκφράσει εγγράφως τις απόψεις του, αναπτύσσοντας τους προβαλλόμενους με την ενδικοφανή προσφυγή λόγους και τα τυχόν συνυποβαλλόμενα σε αυτήν νέα στοιχεία ή τα επικαλούμενα με το αίτημά του νέα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα. Ως νέα στοιχεία ορίζονται αυτά τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της η φορολογική αρχή και δεν ήταν δυνατόν να τα λάβει υπ' όψιν της κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. 

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον κατά την κρίση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης συντρέχει λόγος, η διενεργούμενη ακρόαση διεξάγεται και προφορικώς σε καθορισμένη ώρα και ημερομηνία εντός της Υπηρεσίας, ώστε ο υπόχρεος να αναπτύξει λεπτομερέστερα τους διαλαμβανόμενους στο έγγραφο της ακρόασής του ισχυρισμούς και τα τυχόν συνυποβαλλόμενα με την ενδικοφανή προσφυγή νέα στοιχεία ή τα επικαλούμενα με το αίτημά του νέα πραγματικά περιστατικά. Ο υπόχρεος παρίσταται αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο με βάση ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής από την κατά νόμο αρμόδια αρχή. 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο αιτών αναμένει την κοινοποίηση της απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την πάροδο της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης και δεν είναι αναγκαίο να επικοινωνεί με την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης για παροχή πληροφοριών ή συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. 

17. Σε ποια προθεσμία εκδίδεται απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής; 

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, η οποία κοινοποιείται στον υπόχρεο, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδια φορολογική αρχή. 

Ειδικά για τις περιπτώσεις ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014, η προθεσμία έκδοσης και κοινοποίησης στον υπόχρεο της απόφασης, επεκτείνεται σε 120 ημέρες. Εάν εντός της κατά τα ανωτέρω προθεσμίας δεν εκδοθεί ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. 

18. Μπορώ να προσφύγω στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; 

Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η φορολογική αρχή είναι απαράδεκτη. 

19. Ποια είναι η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης; Έχω υποχρέωση να ενημερώσω την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης για την άσκηση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια; 

Η προσφυγή κατατίθεται από τον υπόχρεο στη γραμματεία της έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση ή κοινοποίηση της απόφασης στον υπόχρεο. 

Με επιμέλεια του υπόχρεου και επί ποινή απαραδέκτου άσκησης της προσφυγής, απαιτείται η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης, μέσα σε 20 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής. 

20. Πώς υπολογίζεται το ποσό του παραβόλου για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου; 

Προκειμένου να υπολογισθεί και να καταβληθεί το προβλεπόμενο κατά περίπτωση ποσό παραβόλου με βάση το ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που προσδιορίσθηκε με την απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, ο υπόχρεος, κατά την κατάθεση της προσφυγής, απευθύνεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη, η οποία συντάσσει και χορηγεί σε αυτόν ειδικό σημείωμα, σύμφωνα και με την παράγραφο 3 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

υργείο Οικονομικών